φιλύρα


φιλύρα
I
Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 180 μ.) του νομού Τρικάλων. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (10 τ. χλμ.).
II
Όνομα μυθολογικού προσώπου, κόρη του Ωκεανού. Από τον Κρόνο, που της παρουσιάστηκε με μορφή ίππου, γέννησε τον Κένταυρο Χείρωνα, που ήταν σοφός και επονομαζόταν Φιλυρίδης ή Κρονίδης. Έζησε στη σπηλιά του γιου της και ανέθρεψε τον Αχιλλέα και τον Ιάσονα. Σύμφωνα με τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, επειδή ντρεπόταν για τη γέννηση του Χείρωνα, παρακάλεσε το Δία να τη μεταμορφώσει σε δέντρο (φιλύρα). Φ. λεγόταν και η σύζυγος του Ναυπλίου, μητέρα του Παλαμήδη.
* * *
η, ΝΑ, και ιων. τ. φιλύρη Α
κοινή και λόγια ονομασία τών αυτοφυών στην Ελλάδα και, κατ' επέκταση, όλων τών ειδών δένδρων τού γένους τιλία, τα οποία είναι γνωστά με την κοινή ονομασία φλαμουριά και από τα άνθη τών οποίων παρασκευάζεται το γνωστό αφέψημα τίλιο
αρχ.
το κάτω από τον φλοιό τών δένδρων αυτών στρώμα, που χρησίμευε ως χαρτί για γραφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ.. Κατά μία άποψη, η λ. φιλύρα είναι σύνθ., με α' συνθετικό τη λ. φίλος και β' συνθετικό τον τ. ὕρον*
σμῆνος, που παραδίδει ο Ησύχ., και το δένδρο αυτό ονομάστηκε έτσι λόγω τού ότι τα άνθη του προσελκύουν τις μέλισσες (για τη σημασιολογική σχέση τών τ. πρβλ. τα ακόλουθα ζεύγη: λατ. apium «σέλινο»: apis «μέλισσα», γερμ. Bienen-baum, ονομασία δένδρου: Biene «μέλισσα»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • φιλύρα — φιλύρᾱ , φιλύρα lime tree fem nom/voc/acc dual (ionic) φιλύρᾱ , φιλύρα lime tree fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φιλύρα — Φιλύρᾱ , Φιλύρη fem nom/voc/acc dual Φιλύρᾱ , Φιλύρη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φιλύρᾳ — Φιλύρᾱͅ , Φιλύρη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλύρᾳ — φιλύραι , φιλύρα lime tree fem nom/voc pl (ionic) φιλύρᾱͅ , φιλύρα lime tree fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλύρα — η (βοτ.), άλλη ονομασία του φυτού φλαμουριά ή τιλιά, που είναι δέντρο ύψους 25 30 μ., φυλλοβόλο, με άνθη λευκοκίτρινα, πολύ αρωματικά, που δίνουν αφέψημα κατευναστικό και εφιδρωτικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλύρας — φιλύρᾱς , φιλύρα lime tree fem acc pl (ionic) φιλύρᾱς , φιλύρα lime tree fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλύραν — φιλύρᾱν , φιλύρα lime tree fem acc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φιλύρας — Φιλύρᾱς , Φιλύρη fem acc pl Φιλύρᾱς , Φιλύρη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλύραις — φιλύρα lime tree fem dat pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φιλύραν — Φιλύρᾱν , Φιλύρη fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.